logo

ΕΞΑΡΤΗΣΕΙΣ : Επιλογές που βασίζονται σε υπεύθυνη γνώση

 

ΕΞΑΡΤΗΣΕΙΣ : Επιλογές που βασίζονται σε υπεύθυνη γνώση

Το φαινόμενο των εξαρτήσεων δεν αφορά μόνο τις παράνομες ψυχοδραστικές ουσίες.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Στις μέρες μας, οι ραγδαίες κοινωνικές αλλαγές, με τις μικρές οικογένειες σε μεγάλες πόλεις, την μοναξιά, την κατευθυνόμενη και συχνά παραπλανητική υπερκατανάλωση, την απουσία επίβλεψης από τους γονείς, το εξεταστικό και όχι εκπαιδευτικό σύστημα, τον ανταγωνισμό και την παγκοσμιοποίηση, ευθύνονται για την ανάπτυξη νέων μορφών «εξάρτησης» και μάλιστα στις μικρές ηλικίες. Ιδιαίτερα στην διάρκεια της εφηβείας ο πειραματισμός και η περιέργεια, η άγνοια του ενδεχόμενου κινδύνου, η αντίδραση στον έλεγχο, οι συναισθηματικές εναλλαγές και η ανεξέλεγκτη προσβασιμότητα σε κάθε είδους πληροφορία, είναι χαρακτηριστικά που καθιστούν το άτομο ευάλωτο και ευαίσθητο σε εξαρτήσεις.

Μέχρι πριν λίγα χρόνια θεωρούσαμε ότι η «εξάρτηση» προκαλείται από κάποιες ουσίες ή καταστάσεις σε περιορισμένο αριθμό ατόμων. Ταυτίστηκε δηλαδή αποκλειστικά με την χρήση παράνομων ουσιών, τα λεγόμενα ναρκωτικά, χωρίς να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή σε άλλες εξαρτησιογόνες συμπεριφορές που συνιστούν σημαντικές απειλές για την ατομική και την δημόσια υγεία, όπως οι νόμιμες ουσίες, νικοτίνη, αλκοόλ, φαρμακευτικά σκευάσματα. η πρόσληψη τροφής (παχυσαρκία ή νευρογενής ανορεξία), η παθολογική ενασχόληση με τυχερά παιχνίδια, η διαφήμιση και αγορά «αγαθών» μέσω διαδικτύου, το διαδίκτυο, η «κομπιουτερο-εξάρτηση».     Συμπεριφορές δηλαδή, που αν και αρχικά θεωρούνται αθώες και φυσιολογικές, στην πορεία του χρόνου μπορεί να προκαλέσουν προβληματικές καταστάσεις που επιβαρύνουν σημαντικά την υγεία και την ποιότητα της καθημερινής ζωής απαιτώντας την παρέμβαση ειδικού. Σε τέτοιες περιπτώσεις καθοριστικό ρόλο, πέρα από την ατομική προδιάθεση, και την ευκολία πρόσβασης στο «αντικείμενο» του εθισμού, παίζουν κοινωνικές, οικονομικές, πολιτιστικές, ιστορικές και ψυχολογικές παράμετροι που πρέπει κατά περίπτωση να αξιολογούνται και να αντιμετωπίζονται.

Οι νέες αυτές απειλές επιβάλουν διαφορετική αντίληψη και στάση, επίκαιρες προσεγγίσεις, σφαιρικές παρεμβάσεις που δεν θα περιορίζονται μόνο στην κατασταλτική-διωκτική πολιτική που κυριαρχεί διεθνώς αλλά και στην χώρα μας. Σήμερα γνωρίζουμε ότι,    

Οι επιλογές-συμπεριφορές που βασίζονται στην έγκαιρη, επιστημονικά υπεύθυνη και αξιόπιστη γνώση, σέβονται την έννοια της ατομικής ελευθερίας και υπηρετούν την αρχή της πρόληψης που εξ ορισμού υπερέχει κάθε άλλης παρέμβασης.

ΧΡΗΣΗ ΟΥΣΙΩΝ

 

Ειδικότερα το φαινόμενο της ουσιοεξάρτησης απασχολεί την διεθνή κοινότητα εδώ και πολλές δεκαετίες. Αποτελεί μία από τις δυσκολότερες καταστάσεις στην αντιμετώπιση της και σημαντική απειλή για την κοινωνική συνοχή, ευημερία και ασφάλεια των πολιτών. Παράλληλα, η ταχύτατη διαχρονική μεταβολή των δεδομένων του προβλήματος, δημιουργεί νέες προκλήσεις μερικές από τις οποίες είναι η

 

  • αύξηση της χρήσης ουσιών κατά τον ελεύθερο χρόνο, ιδίως στους χώρους διασκέδασης
  • αύξηση της χρήσης διεγερτικών και της πολλαπλής χρήσης  
  • κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων οινοπνεύματος
  • ηλεκτρονική πληροφόρηση, διακίνηση και διάθεση νόμιμων και παράνομων ουσιών, αμφίβολης προέλευσης και περιεκτικότητας
  • έλλειψη προγραμμάτων για ειδικές ομάδες όπως οι άστεγοι, οι μετανάστες η άλλες μειονότητες
  • περιορισμένη έρευνα σε όλους τους τομείς δράσης,
  • ανεπαρκής εκπαίδευση ή έλλειψη συνεχούς εκπαίδευσης των επαγγελματιών του χώρου

 

1. Διεθνές πλαίσιο

α) Διεθνείς Συμβάσεις

Η απειλή που προκύπτει από το σοβαρό πρόβλημα των ναρκωτικών στις αναπτυγμένες και αναπτυσσόμενες χώρες επιβάλλει εντατικότερη συνεργασία σε παγκόσμιο, περιφερειακό και εθνικό επίπεδο. Tα μέτρα και οι πολιτικές στον τομέα αυτό κρίνονται κατά γενική ομολογία ανεπαρκή συγκριτικά με τις διαστάσεις του προβλήματος.

Το διεθνές πλαίσιο πολιτικής για την καταπολέμηση ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών προσδιορίζεται από τις τρεις βασικές διεθνείς συμβάσεις του ΟΗΕ (1961, 1971, 1988) όπου μεταξύ άλλων αναφέρονται οι κατευθυντήριες γραμμές βάσει των οποίων επιτρέπεται η χρήση ναρκωτικών αποκλειστικά για «ιατρικούς και επιστημονικούς σκοπούς».

Αρχικά οι κατευθύνσεις εστιάστηκαν στην καταστολή, δηλαδή στην μείωση της προσφοράς, καταπολέμηση της παραγωγής, εμπορίας και διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, ενώ τις τελευταίες δεκαετίες τονίστηκε η σημασία για τη μείωση της ζήτησης, την πρόληψη και την θεραπεία των εξαρτημένων ατόμων. Πιο συγκεκριμένα, τον Ιούνιο του 1998, στην 20η Ειδική Σύνοδο της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών για τα Ναρκωτικά, αποφασίστηκε για πρώτη φορά, η ισόρροπη πολιτική στον τομέα μείωσης της προσφοράς και της ζήτησης των ψυχοδραστικών ουσιών. Η νέα αυτή προσέγγιση περιγράφεται στο Σχέδιο Δράσης για τα έτη 1998-2008 και πρόκειται να αξιολογηθεί τον Μάρτιο του 2008. Επισημάνθηκε επίσης, ότι σε όλους τους τομείς δράσης τα αποτελέσματα πρέπει να είναι ρεαλιστικά, μετρήσιμα και αποδοτικά ως προς το κόστος.

Υποστηρίζεται, ωστόσο, ότι η ταξινόμηση των ουσιών σε παράνομες, βάσει των διεθνών συμβάσεων, ελάχιστα έχει επηρεάσει την παραγωγή, διακίνηση, διαθεσιμότητα, προσβασιμότητα και τελικά την ατομική στάση στη χρήση κάποιας παράνομης ουσίας. Σε κάθε περίπτωση όμως οι διεθνείς συμβάσεις δίνουν μερίδαητην δυνατότητα στις χώρες μέλη να ρυθμίζουν τις νομοθεσίες τους βάσει των εθνικών νομικών συστημάτων και δεδομένων. H δυνατότητα αυτή δημιουργεί ασάφειες και αμφισβητήσεις, αλλά στην πράξη παρέχει την ευελιξία για την εφαρμογή εθνικών μέτρων όπως, η αποποινικοποίηση της κατοχής ναρκωτικών για προσωπική χρήση, η λειτουργία αιθουσών ενέσιμης χρήσης, η χορήγηση ηρωίνης για τη θεραπεία/συντήρηση ειδικής κατηγορίας εξαρτημένων, η ανταλλαγή υλικών χρήσης. Στις περιπτώσεις αυτές η ευθύνη των αποφάσεων ανήκει στις κυβερνήσεις χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο ρόλος της επιστημονικής κοινότητας, των επαγγελματιών του χώρου, των κυβερνητικών οργανώσεων, αλλά και του πολίτη δεν είναι καθοριστικής σημασίας.

Πυξίδα για την εφαρμογή αποτελεσματικότερης διεθνούς πολιτικής είναι οι θέσεις πολλών επιστημονικών και μη κυβερνητικών οργανώσεων που θα διατυπωθούν στη 51η Σύνοδο της Επιτροπής Ναρκωτικών του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών στην Βιέννη (10-14 Μαρτίου 2008) με την ευκαιρία αξιολόγησης της αντιναρκωτικής πολιτικής στην τελευταία δεκαετία.

 

Προτείνεται:

 

α) Πολιτικές αποφάσεις βασισμένες σε στοιχεία που προκύπτουν από επιστημονικές έρευνες και αξιολογήσεις μέτρων και προγραμμάτων.

β) Διεθνής πολιτική που μετατοπίζει την προτεραιότητά της από τη μείωση της προσφοράς ναρκωτικών στη μείωση της χρήσης και των αρνητικών επιπτώσεων της.

γ) Μείωση της προσφοράς ναρκωτικών που εστιάζεται κυρίως στην δίωξη του οργανωμένου εγκλήματος.

δ) Δράσεις καταστολής που δεν εστιάζονται στην επιβολή ποινών στους χρήστες.

ε) Συντονισμένη και συνεκτική προσέγγιση του θέματος από τους οργανισμούς που ασχολούνται με τα ναρκωτικά

β)Παράνομη καλλιέργεια και διακίνηση, καταστολή, ποινική και σωφρονιστική πολιτική

Μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για την ανθρωπότητα, σε σχέση με τα ναρκωτικά, είναι η μείωση της παράνομης παραγωγής και διακίνησης και το στενά συνδεδεμένο οργανωμένο έγκλημα. Η πάταξη της παρανομίας, της διαφθοράς, του παράνομου πλουτισμού με το ξέπλυμα χρημάτων και της βίας, καθώς και η εξάρθρωση των εγκληματικών ομάδων είναι κοινός στόχος όλων.

Στη διεθνή συζήτηση για την μείωση της προσφοράς δύο είναι τα κύρια θέματα που κυριαρχούν. Η μείωση της παραγωγής και η πάταξη της διακίνησης. Για την μείωση της παραγωγής χρησιμοποιούνται τα νόμιμα μέσα καταστολής, αλλά και σε πάρα πολλές περιπτώσεις η βίαιη επέμβαση με καταστροφή των καλλιεργειών με μεθόδους που έχουν καταστροφικές συνέπειες για τους γεωργούς και το φυσικό περιβάλλον. Μέθοδοι όπως η καταστροφή καλλιεργειών με εναέριο ψεκασμό με χημικές ουσίες, κάτι που εφαρμόζεται τα τελευταία χρόνια στην Κολομβία και συζητείται η εφαρμογή του και στο Αφγανιστάν, έχουν ολέθρια αποτελέσματα για τις νόμιμες γεωργικές καλλιέργειες και γενικότερα για το περιβάλλον.          

Τα τελευταία χρόνια καταβάλλεται σοβαρή προσπάθεια να γίνει ανάλυση της σχέσης κόστους-αποτελεσματικότητας στον τομέα της καταστολής. Αυτό που διαπιστώνεται από διάφορες μελέτες ειδικά για τον πόλεμο κατά των ναρκωτικών στη Λατινική Αμερική και τη νοτιοανατολική Ασία και πρόσφατα στο Αφγανιστάν είναι ότι στην καταπολέμηση της παράνομης παραγωγής και διακίνησης, υπεισέρχονται πρωτίστως παράγοντες πολιτικής, οικονομικής και στρατιωτικής φύσης που χρησιμοποιούν τα ναρκωτικά σαν πρόσχημα για την επιδίωξη άλλων στόχων. Όλες οι περιοχές συγκρούσεων είναι εστίες παρανομίας, διαφθοράς και εγκληματικότητας. Η παράνομη διακίνηση ναρκωτικών, όπλων, και το εμπόριο ανθρώπων, κυρίως γυναικών, είναι μία από τις κύριες οικονομικές δραστηριότητες των χωρών αυτών. Μόνο ένας ανοικτός και ειλικρινής διάλογος θα οδηγήσει στην εξεύρεση τρόπων αποτελεσματικότερης παρέμβασης.

Η εφαρμογή προγραμμάτων εναλλακτικής ανάπτυξης στις περιοχές παραγωγής ναρκωτικών είναι ένας από τους τρόπους που δίνει κίνητρα στους παραγωγούς να εγκαταλείψουν τις παράνομες καλλιέργειες και να ασχοληθούν με νόμιμες. Το άνοιγμα των αγορών για προϊόντα που παράγονται στις περιοχές που αντιμετωπίζουν το πρόβλημα καλλιέργειας ναρκωτικών, συμβάλλει κατά ένα μέρος στον περιορισμό των παράνομων καλλιεργειών. Όταν όμως οι τιμές είναι τόσο άνισες και η ζήτηση ναρκωτικών αποφέρει πολύ μεγαλύτερα κέρδη η καταπολέμηση είναι δύσκολη υπόθεση. Εδώ η ευθύνη των κυβερνήσεων είναι ουσιαστική. Χωρίς σχεδιασμένη και βιώσιμη ανάπτυξη η αντικατάσταση των παράνομων καλλιεργειών είναι αδύνατη.

 

Προτείνεται:

 

  • Διεθνής συνεργασία των αστυνομικών και δικαστικών αρχών.
  • Εφαρμογή των σχετικών ευρωπαϊκών και διεθνών συνθηκών.
  • Προώθηση ολοκληρωμένων προγραμμάτων οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης στις περιοχές /χώρες όπου η καλλιέργεια παράνομων ναρκωτικών είναι άμεσα συνδεδεμένη με την ανάπτυξη ή επιβίωση της τοπικής οικονομίας.
  • Προτεραιότητα πρέπει να δοθεί στην πάταξη της παρανομίας, της διαφθοράς, του παράνομου πλουτισμού και της βίας καθώς και στην εξάρθρωση εγκληματικών ομάδων διακίνησης ναρκωτικών.

 

 

2. Ευρωπαϊκή Πολιτική

Η πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα των Ναρκωτικών προσδιορίζεται από τα Σχέδια Δράσης που έχουν συμπληρωματικό χαρακτήρα στα Εθνικά Σχέδια Δράσης,. Τον Δεκέμβριο του 2004 το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ενέκρινε την νέα στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα έτη 2005-2012. Το 2008 θα γίνει ενδιάμεση αξιολόγηση, βάσει της οποίας, θα προταθεί το Σχέδιο για το επόμενο διάστημα, 2009-2012.  

Τον Ιανουάριο του 2005, ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, σχετικά με την Ευρωπαϊκή πολιτική, επισημαίνει ότι

 

  • η στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για τα έτη 2000-2004, δεν εμφανίζει θετικά αποτελέσματα σε κανέναν σχεδόν από τους στόχους
  • Κάθε εθνική πολιτική για τα ναρκωτικά πρέπει να στηρίζεται στις επιστημονικές γνώσεις και όχι σε φορτισμένες, πολιτικά η συναισθηματικά, αντιδράσεις
  • Παρατηρείται σημαντικό έλλειμμα στα προγράμματα πρόληψης
  • Υπάρχει ανάγκη αύξησης των προγραμμάτων μείωσης της βλάβης
  • Επιβάλλεται καθιέρωση, εναλλακτικών της φυλάκισης, θεραπευτικών προγραμμάτων για τους παραβάτες χρήστες
  • Είναι απαραίτητη η εφαρμογή της ισχύουσας νομοθεσίας για την κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων και την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες

 

Το τρέχον Πρόγραμμα Δράσης για την περίοδο 2005-2012 περιλαμβάνει σαν στόχους:

  • τη μείωση, κατά τη διάρκεια των επομένων πέντε ετών, της χρήσης ναρκωτικών
  • τη μείωση των επιπτώσεων της χρήσης στη δημόσια υγεία
  • την αύξηση των θεραπευθέντων τοξικομανών
  • τη μείωση της διαθεσιμότητας παράνομων ναρκωτικών
  • τη μείωση των εγκλημάτων που σχετίζονται με τα ναρκωτικά
  • τη μείωση της παράνομης διακίνησης πρόδρομων ουσιών και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες

Κομβικό σημείο προκειμένου να μεγιστοποιηθούν τα οφέλη της κοινοτικής πολιτικής, αποτελεί η ενδυνάμωση της συνεργασίας μεταξύ των κρατών-μελών η οποία θα επιτευχθεί, αν όχι με την εναρμόνιση, τουλάχιστο με νομοθετική προσέγγιση στα βασικά σημεία της αντιναρκωτικής πολιτικής. Μέχρι σήμερα η πολιτική για τα ναρκωτικά καθορίζεται σε εθνικό επίπεδο κυρίως από τα κράτη-μέλη. Η αποτελεσματικότητα της προσέγγισης αυτής δεν επαληθεύεται. Δεν επαληθεύεται κατ’ αρχήν από τεχνική άποψη γιατί το πρόβλημα των ναρκωτικών είναι κατ’ εξοχήν διεθνοποιημένο πρόβλημα και μόνο μία κοινή αντιμετώπιση θα προσέθετε σε αποτελεσματικότητα. Δεν επαληθεύεται όμως ούτε πολιτικά γιατί οι Ευρωπαίοι πολίτες θεωρούν πως το ζήτημα των ναρκωτικών είναι κατ’ εξοχήν ένα ευρωπαϊκό πρόβλημα και έτσι πρέπει να αντιμετωπισθεί.

Οι νομοθεσίες των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με τα Ναρκωτικά αν και διαφέρουν μεταξύ τους εμφανίζουν τα τελευταία χρόνια σημαντικά σημεία σύγκλισης κυρίως στις εφαρμοζόμενες πρακτικές. Όλο και ποιο συχνά όμως γίνεται φανερό ότι:

 

O ενιαίος Ευρωπαϊκός χώρος ασφάλειας, ελευθερίας και δικαιοσύνης με τα ανοικτά σύνορα και την συνεχή μετακίνηση των πολιτών, προϋποθέτει μια Κοινή Ευρωπαϊκή Πολιτική για τα Ναρκωτικά

με εναρμόνιση ή έστω προσέγγιση της σχετικής Νομοθεσίας

 

 

 

 

 

 

3. Εθνική Πολιτική

α) Γενικό πλαίσιο

Η Εθνική Στρατηγική για τα ναρκωτικά καθορίζεται μέσα από το Εθνικό Σχέδιο Δράσης, στο οποίο περιγράφονται οι στόχοι, προσδιορίζεται το χρονοδιάγραμμα και προβλέπονται οι απαραίτητοι πόροι. Από το 2005, αν και εξαγγέλλεται συνεχώς η έγκρισή του, κάτι τέτοιο δεν έχει γίνει ακόμα εφικτό μολονότι αποτελεί υποχρέωση της χώρας μας και προς την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Δεδομένου, όπως προαναφέρθηκε, ότι οι συνθήκες δεν έχουν ωριμάσει και εξακολουθούν να υπάρχουν σοβαρές διαφορές αντιλήψεων μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών, σε πολλά σημεία της αντιναρκωτικής πολιτικής, κρίνεται σκόπιμο και επιβεβλημένο να υιοθετηθεί, σε εθνικό επίπεδο, ένα σύγχρονο και συμβατό με το κοινό περί δικαίου αίσθημα νομικό πλαίσιο. Όχι βέβαια για την νομιμοποίηση της διακίνησης ή του εμπορίου των ουσιών, αλλά για την, βάσει του νόμου, παροχή ευχέρειας στον δικαστή να αποφασίζει ανάλογα με την επιστημονικά αποδεδειγμένη διαφορετική βλαπτικότητα της κάθε ουσίας στην υγεία του «ασθενούς» χρήστη και, βάσει των γενικότερων κοινωνικών και οικονομικών επιπτώσεων της.

Στη χώρα μας, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία η κατοχή παράνομης ουσίας για προσωπική χρήση είναι ποινικό αδίκημα, ανεξάρτητα από το είδος της ουσίας, με αποτέλεσμα σημαντικός αριθμός χρηστών να οδηγείται στις φυλακές. Η πρόσφατη κωδικοποίηση της Νομοθεσίας για τα Ναρκωτικά (ν.3459/2006) έδωσε σημαντική ευκαιρία επικαιροποίησης των διατάξεων στα πρόσφατα δεδομένα, αλλά τελικά έμεινε ανεκμετάλλευτη.

Όλοι γνωρίζουμε ότι οι επιπτώσεις των εξαρτησιογόνων ουσιών στην υγεία, στην οικογένεια, στην κοινωνία, στο επάγγελμα, στην παραβατικότητα κλπ, είναι διαφορετικές. Στην καθημερινή επίσης πρακτική, όπως τουλάχιστον εκφράζεται μέσω της δικαστικής πράξης, εφαρμόζεται έμμεση και κατά παράβαση του γράμματος, τουλάχιστον του νόμου, κατηγοριοποίηση των ποινών ανάλογα με το είδος της ουσίας (ευνοϊκότερη είναι η στάση για την κάνναβη έναντι των άλλων παράνομων ουσιών) που έχει χρησιμοποιήσει ο κατά περίπτωση κρινόμενος χρήστης.

Η άτυπη όμως, και κάπως αυθαίρετη αυτή δικανική κρίση, αν και αντιπροσωπευτική του κοινού περί δικαίου αισθήματος έναντι της συγκεκριμένης παραβατικής συμπεριφοράς, οδηγεί, εν τούτοις, αναπότρεπτα στην παραβίαση της θεμελιώδους αρχής της ισονομίας τόσο μεταξύ των Ελλήνων (ανάλογα με τις συνθήκες της δίκης) όσο και μεταξύ των Ευρωπαίων πολιτών, οι οποίοι τυγχάνουν διαφορετικής νομικής και ποινικής μεταχείρισης για το ίδιο «αδίκημα», ανάλογα με την εθνική περιφέρεια ή την χώρα όπου κρίνονται δικαστικά.

Παράλληλα η σύνδεση της εγκληματικότητας με την χρήση ναρκωτικών, έχει σαν αποτέλεσμα το 30%-50% των φυλακισμένων, στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, να είναι χρήστες ναρκωτικών. Έχει επίσης επιβεβαιωθεί ότι η φυλάκιση αυξάνει το πρόβλημα της χρήσης ναρκωτικών και την υποτροπή στο έγκλημα. Σε αρκετές χώρες εφαρμόζονται εναλλακτικά της φυλάκισης μέτρα όπως συστάσεις, διοικητικές και οικονομικές κυρώσεις, υποχρεωτική ένταξη σε θεραπεία, εργασία στην κοινότητα. Η θεραπευτική αντιμετώπιση αντί της φυλάκισης βελτιώνει την σχέση εγκληματικότητας-χρήσης, ενώ παράλληλα έχει πολύ μικρότερο κόστος συγκριτικά με το κόστος της σωφρονιστικής αντιμετώπισης.

Στη χώρα μας αν και προβλέπεται από το νόμο το εναλλακτικό μέτρο της θεραπείας αντί της φυλάκισης, στην πράξη έχει πολύ μικρή εφαρμογή λόγω έλλειψης κατάλληλων υποδομών στο σωφρονιστικό σύστημα. Αν και κάποια από τα ακόλουθα μέτρα εφαρμόζονται στην χώρα μας, αυτό συμβαίνει περιστασιακά, με κριτήρια αδιαφάνειας και συχνά διακριτικής μεταχείρισης.

 

Προτείνεται:

 

  • κατηγοριοποίηση των ουσιών με υγειονομικά, κοινωνικά και άλλα επιστημονικά κριτήρια και ανάλογη ποινική διαβάθμιση
  • αποποινικοποίηση του χρήστη και της κατοχής μικροποσότητας για προσωπική χρήση
  • η ποινική δίωξη του απλού χρήστη αποτελεί την έσχατη λύση (ultimum refugium) και μάλιστα μόνο όταν έχει υποπέσει σε άλλα εγκλήματα που διαταράσσουν την κοινωνική ασφάλεια και ειρήνη (π.χ. κλοπές, φθορές ξένης ιδιοκτησίας κλπ).
  • εφαρμογή και επέκταση εναλλακτικών της φυλάκισης μέτρων για περιπτώσεις εξαρτημένων χρηστών με παραβατικότητα
  • λειτουργία εντός των φυλακών όλων των θεραπευτικών προγραμμάτων (στεγνών και με υποκατάστατα)
  • δημιουργία υποδομών για την εφαρμογή έγκαιρης και αξιόπιστης πραγματογνωμοσύνης για την διάγνωση της εξάρτησης
  • διαφορετική νομοθετική μεταχείριση του διενεργούντος εμπόριο με κίνητρο την κερδοσκοπία και του διενεργούντος «εμπόριο» για χρηματοδότηση ή εξασφάλιση της δικής του χρήσης
  • νομοθετική ρύθμιση για την καταπολέμηση της οδήγησης υπό την επίδραση ναρκωτικών ουσιών (θέσπιση ναρκοτέστ)

 

β) Πρόληψη

Η ταχύτητα αλλαγής των δεδομένων, η σύνθετη αιτιολογία και η πολυπλοκότητα του προβλήματος των εξαρτήσεων ξεπερνάει κατά πολύ, ακόμη και τις πιο άμεσες, ευέλικτες και δραστικές πολιτικές. Στην χώρα μας παρακολουθούμε την διαχρονική εξέλιξη του φαινομένου μέσω του Εθνικού Κέντρου της Ελλάδας, το ΕΚΤΕΠΝ, που περιγράφει την κατάσταση των ναρκωτικών σε ετήσια βάση, μέσα από τις εκθέσεις του. Μέχρι σήμερα, οι προληπτικές παρεμβάσεις επικεντρώνονται κυρίως στις παράνομες ουσίες ενώ τα επιστημονικά δεδομένα επισημαίνουν ότι πρέπει να επεκταθούν σε όλες τις ψυχοδραστικές ουσίες (καπνός, αλκοόλ, χάπια). Στην ηλικιακή ομάδα 15-29 ετών, ποσοστό άνω του 10% της γυναικείας και του 25% της ανδρικής θνησιμότητας, οφείλεται στην κατανάλωση οινοπνεύματος. Αυτή είναι επίσης η αιτία για το 16% των περιπτώσεων κακοποίησης και παραμέλησης παιδιών. Στην ετήσια έκθεση του ΕΚΤΕΠΝ αναφέρεται ότι το 28,2% (35,4% αγόρια και 21,4% κορίτσια) των εφήβων ηλικίας 14-18 ετών καταναλώνουν αλκοόλ συστηματικά, 1-2 φορές την εβδομάδα

Γνωρίζουμε επίσης ότι παράγονται διαρκώς νέες ψυχοδραστικές ουσίες, με ταχύτητα που ξεπερνά τα μέσα παρακολούθησης και εντοπισμού (14 νέες ουσίες κυκλοφόρησαν το 2005). Η έγκαιρη ενημέρωση για την λήψη αποτελεσματικών μέτρων συνήθως καθυστερεί, ενώ η ηλεκτρονική προώθηση νέων ουσιών καθώς και η πολλαπλή χρήση επιβάλλουν άμεσες προληπτικές και θεραπευτικές προσεγγίσεις.

Η μέσω του διαδικτύου ενημέρωση και διάθεση όλων των νόμιμων και παράνομων ουσιών, αγνώστου σύνθεσης και τρόπου παραγωγής, αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες απειλές για τις επόμενες δεκαετίες. Οι νέοι τύποι εξάρτησης που δεν σχετίζονται απαραίτητα με ουσίες αλλά με συμπεριφορές όπως η χαρτοπαιξία, το κομπιούτερ, το φαγητό παίρνουν παθολογικές διαστάσεις και οι ανάγκες ενημέρωσης, αναγνώρισης και παρέμβασης γίνονται επιτακτικές.

Η πρόκληση για την Εκπαίδευση είναι μεγάλη. Και το σίγουρο είναι ότι το εκπαιδευτικό σύστημα δεν μπορεί να εθελοτυφλεί στις ανάγκες τις νέας εποχής. Χρειαζόμαστε πολίτες ενημερωμένους που δεν κάνουν κατάχρηση ουσιών, όχι μόνον γιατί γνωρίζουν τις επιπτώσεις στην ψυχοσωματική τους υγεία, αλλά και γιατί επιλέγουν να διοχετεύσουν την ενεργητικότητά τους σε δραστηριότητες που αναδεικνύουν και προάγουν τις δυνατότητές τους.

Συμμετοχή σε περιβαλλοντικές δράσεις, σε ομάδες εθελοντισμού, επαφή και συμμετοχή των νέων από μικρή ηλικία με την κοινωνία των πολιτών ανάλογα και με τα θέματα της περιοχής τους. Στην εποχή μας είναι απαραίτητο το σχολείο να μαθαίνει στους νέους πώς να γίνουν «Πολίτες εν δράσει».

Προτείνεται:

 

  • προτεραιότητα στην πρόληψη που προάγει και ισχυροποιεί τις ατομικές δεξιότητες και επικεντρώνεται στην υπεύθυνη γνώση
  • παρεμβάσεις που αφορούν όλες τις ουσίες νόμιμες και παράνομες
  • αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας προγραμμάτων πρόληψης ειδικότερα στα σχολεία, σε συνδυασμό με τη περαιτέρω ανάπτυξη της συμβουλευτικής για τους γονείς
  • εξειδίκευση και δια βίου εκπαίδευση όλων των επαγγελματιών
  • ενίσχυση των προγραμμάτων εκπαίδευσης συνομήλικων, ώστε οι ίδιοι οι νέοι να μάθουν να αντιμετωπίζουν το πρόβλημα στους χώρους εκπαίδευσης, εργασίας και διασκέδασης
  • ανάπτυξη προγραμμάτων πρόληψης και συμβουλευτικής για τους νέους που εγκαταλείπουν το σχολείο (ο αριθμός τους συνεχώς αυξάνει), για τους εργαζόμενους και τους στρατευμένους
  • έγκαιρη ανίχνευση παραγόντων επικινδυνότητας και ανάπτυξη συστημάτων έγκαιρης παρέμβασης στα άτομα υψηλού κινδύνου
  • έλεγχος της συνταγογράφησης φαρμάκων που, έστω κι αν είναι νόμιμα, μπορούν να προκαλέσουν εξάρτηση. Έρευνα του ρόλου των φαρμακοβιομηχανιών

 

 

γ)Θεραπεία

Το δικαίωμα στην θεραπεία αποτελεί θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα και έχει απόλυτη προτεραιότητα έναντι άλλων κοινωνικών παροχών. Στη χώρα μας, αν και με σημαντική καθυστέρηση, λειτουργούν, στο πλαίσιο της πλουραλιστικής προσέγγισης, στεγνά θεραπευτικά προγράμματα καθώς και προγράμματα υποκατάστασης και συντήρησης. Τα προγράμματα που υλοποιούνται δεν προσφέρουν ποσοτική επάρκεια, γιατί δεν καλύπτουν γεωγραφικά το σύνολο της χώρας, και ειδικότερα τα προγράμματα υποκατάστατων παρουσιάζουν σημαντικό έλλειμμα για την κάλυψη της ζήτησης (πάνω από 4.000 άτομα έχουν κάνει αίτηση για θεραπεία ενώ ο χρόνος αναμονής είναι πάνω από τέσσερα χρόνια). Η ποιοτική επίσης αξιολόγηση δείχνει ότι τα τελευταία χρόνια, για λόγους περιορισμού των δαπανών, τα προγράμματα υποβάθμισαν τις παρεχόμενες υπηρεσίες. Οι συνέπειες είναι τεράστιες για την ατομική και δημόσια υγεία, για την ασφάλεια των πολιτών, για το κόστος των υγειονομικών και διωκτικών υπηρεσιών.

 

Προτείνεται:

 

  • Επάρκεια (διαθεσιμότητα-προσβασιμότητα) σε δωρεάν θεραπεία ώστε κάθε χρήστης να γίνεται δεκτός στο κατάλληλο πρόγραμμα, (στεγνό ή με υποκατάστατα) βάσει επιστημονικών κριτηρίων
  • Σεβασμός στο «δικαίωμα για θεραπεία», εξάλειψη της παράνομης «λίστας» αναμονής και γεωγραφική κάλυψη των αναγκών με θεραπευτικά προγράμματα όλων των προσεγγίσεων
  • Αντιμετώπιση της συννοσηρότητας (50-90% των χρηστών έχουν διαταραχή προσωπικότητας, 15-20% άλλη σοβαρή ψυχιατρική νόσο ενώ το ποσοστό αυτοκτονίας ανέρχεται σε 50%)
  • Προγράμματα κοινωνικής και επαγγελματικής αποκατάστασης σαν τελικό στάδιο κάθε θεραπείας και βασικός παράγοντας μείωσης του κινδύνου υποτροπής, ένταξη των αποθεραπευθέντων χρηστών σε όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης, υπό προϋποθέσεις
  • Πρακτικές μείωσης της βλάβης που συνιστούν θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα και περιορίζουν σημαντικά τους θανάτους
  • Σύστημα ελέγχου και πιστοποίησης όλων των θεραπευτικών προγραμμάτων
  • Αξιολόγηση των θεραπευτικών μονάδων για ανάδειξη βέλτιστων πρακτικών
  • Εφαρμογή θεραπευτικών προγραμμάτων στους κρατούμενους ως εναλλακτική μορφή έκτισης της ποινής.
  • Δράσεις «εργασίας στο δρόμο» από εξειδικευμένους θεραπευτές, για να πλησιάσουμε και τα πλέον περιθωριοποιημένα άτομα
  • Διαθεσιμότητα υπηρεσιών «μείωσης της βλάβης», για έγκαιρη και αποτελεσματική πρόληψη των κινδύνων υγείας καθώς και των κοινωνικών κινδύνων
  • Προγράμματα για την πρόληψη της διάδοσης HIV/AIDS, της ηπατίτιδας Β και C και άλλων νοσημάτων,
  • Δημιουργία σχετικών υπηρεσιών από τους Ο.Τ.Α. και συνεργασία τους με τους αρμόδιους κρατικούς φορείς
  • Εφαρμογή «όρων» για την ένταξη σε θεραπευτικά προγράμματα. Τήρηση στοιχείων ασθενών που συμμετέχουν στα προγράμματα, (δεν θα έχουν πρόσβαση οι αστυνομικές και δικαστικές αρχές), για να τροφοδοτούνται επιδημιολογικές έρευνες και να αποτρέπεται η μεταβολή της θεραπείας με υποκατάστατα σε πηγή παράνομων και ζημιογόνων δράσεων (π.χ. εμπορεία της λαμβανόμενης από περισσότερα κέντρα μεθαδόνης, «methadone shopping»)

 

4. Κοινωνία των πολιτών

Αν είναι αλήθεια πως τα ναρκωτικά είναι το πλέον σύνθετο κοινωνικό πρόβλημα που έχουμε να αντιμετωπίσουμε, αν είναι επίσης αλήθεια πως το πρόβλημα ευνοεί την ανάδειξη κάθε φοβίας, κάθε στερεότυπου, κάθε υπερβολής, κάθε υστεροβουλίας, τότε η ακριβής και έγκυρη πληροφόρηση γίνεται εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση για την ίδια την ύπαρξη ενός γόνιμου πολιτικού και κοινωνικού διαλόγου.

Οι πολίτες οφείλουν να συμμετέχουν πιο ενεργά στην χάραξη, υλοποίηση και αξιολόγηση της εφαρμοζόμενης πολιτικής. Οι παρεμβάσεις της πολιτείας γίνονται αποτελεσματικές μόνο με την υποστήριξη των πολιτών. Η αντιμετώπιση του προβλήματος των εξαρτήσεων είναι κατ’ εξοχήν θέμα συμμετοχικής διαδικασίας.

Η πλειονότητα των Ελλήνων διάκεινται θετικά τόσο προς τη δημιουργία θεραπευτικών μονάδων, όσο και προς το δημόσιο διάλογο, σύμφωνα με στοιχεία πρόσφατης έρευνας στο πλαίσιο του προγράμματος EQUAL.

Πολλοί πιστεύουν ότι οι εφαρμοζόμενες πολιτικές δεν είναι μόνο άτολμες αλλά παρουσιάζουν και σημαντική καθυστέρηση σε σχέση με την ταχύτητα που χαρακτηρίζει τις αλλαγές στα δεδομένα του προβλήματος της χρήσης. Οι επιστήμονες και οι επαγγελματίες του χώρου δίδουν έγκυρα, έγκαιρα και αξιόπιστα στοιχεία, που προκύπτουν από την καθημερινή πρακτική και παρατήρηση, η αδράνεια όμως και η καθυστέρηση που παρατηρείται, μέχρι να ληφθούν οι κατάλληλες πολιτικές αποφάσεις, είναι αδικαιολόγητη και με σοβαρές συνέπειες. Όταν ο λανθάνων χρόνος που μεσολαβεί από την επιστημονική διαπίστωση στην πολιτική απόφαση και δράση μειωθεί, τότε θα έχουν γίνει σημαντικά βήματα στην αντιμετώπιση της ουσιοεξάρτησης.

Η κοινωνία που οραματιζόμαστε θα πρέπει να είναι σε μεγαλύτερο βαθμό υπόθεση των πολιτών της. Υπάρχει, και στην αντιναρκωτική πολιτική, ένα κενό ενημέρωσης και συμμετοχής εκ μέρους των πολιτών.

Θα πρέπει όμως, σε αυτήν την προσπάθεια συμμετοχής της Κοινωνίας των πολιτών, να συμβάλουν και τα ΜΜΕ, με την ισχυρή επίδραση που έχουν και με τα επαναλαμβανόμενα πρότυπα που μπορούν να προβάλουν, έτσι ώστε, να επαναφέρουν το ζήτημα των ναρκωτικών στην ημερήσια θεματολογία, ενεργοποιώντας και προκαλώντας, ταυτόχρονα, την κοινή γνώμη. Με τον τρόπο αυτό, η πίεση στην Πολιτεία μέσω των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων και των άλλων κοινωνικών φορέων και ομάδων σε οποιοδήποτε επίπεδο (σύλλογοι γονέων-κηδεμόνων, πολιτιστικοί σύλλογοι) θα είναι αποδοτικότερη και θα περιλαμβάνει μια πιο συνεκτική και συνειδητοποιημένη δράση..

 

Προτείνεται:  

  • Αντιμετώπιση του στιγματισμού του χρήστη με παράλληλη μείωση της δημόσιας παρενόχλησης
  • Αποτύπωση της υπάρχουσας κατάστασης σε σχέση με τις στάσεις και αντιλήψεις της κοινής γνώμης
  • Συνεργασία με τους φορείς και την κοινωνία των πολιτών, άμεση έναρξη διαλόγου για ενίσχυση της συνεργασίας
  • Συμμετοχή της τοπικής κοινωνίας στην κοινωνική-επαγγελματική επανένταξη των απεξαρτημένων χρηστών (παροχή εργασίας σε κατάλληλες θέσεις, επιδότηση εργασίας, επιχορήγηση για την δημιουργία ατομικών επιχειρήσεων κλπ).

 

Οι υπεύθυνες επιλογές που βασίζονται στη γνώση είναι καθοριστικό τμήμα των αποτελεσματικών πολιτικών

Στις επιλογές αυτές, αλλά και στην υλοποίησή τους συμμετέχουν ενεργά οι πολίτες και η κοινωνία

 

ΟΜΑΔΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

 

Μαλλιώρη Μένη

Ανδρουλάκης Ιωάννης

Αποστόλου Αθανάσιος

Βιτζηλαίος Βαγγέλης

Ζαχαράκη Μαρία

Ιωαννίδης Ιωάννης

Καρανικόλας Σπύρος

Κασκούρα Μοσχοβία

Μητρόπουλος Διονύσης

Ντόγκα Κατερίνα

Ντζουμάνης Θάνος

Παπαναστασόπουλος Ιωάννης

Στραβοπόδης Τίμος

 

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ

 

Α. To Εθνικό Σχέδιο Δράσης για τα Ναρκωτικά, μετά από 4 χρόνια καθυστέρησης και αναβολής, έχει πλέον υποκατασταθεί από ένα καλοστημένο Σχέδιο Απόδρασης.

 

Β. Η έλλειψη Εθνικής Στρατηγικής, Συντονισμού και Σχεδιασμού σε όλους τους τομείς έχει σαν αποτέλεσμα,

  • Αυξητικές τάσεις στην χρήση ψυχοδραστικών ουσιών
  • Παρακμή των Κέντρων Πρόληψης και σημαντική διαρροή των εργαζομένων σε άλλα αντικείμενα απασχόλησης
  • Αύξηση της λίστας αναμονής στα θεραπευτικά προγράμματα λόγω καθυστέρησης λειτουργίας νέων μονάδων
  • Αύξηση των θανάτων από ναρκωτικά
  • Αύξηση των φυλακισμένων παραβατών νομοθεσίας για τα ναρκωτικά και σημαντική έλλειψη προγραμμάτων για τους φυλακισμένους χρήστες ναρκωτικών. Υπολειτουργία της Μονάδος Απεξάρτησης Κρατουμένων στον Ελαιώνα Θηβών λόγω υποχρηματοδότησης
  • Αύξηση μόλυνσης από ηπατίτιδες Β και C και αύξηση του ποσοστού χρηστών ναρκωτικών ενδοφλεβίως, που δεν έχουν εμβολιασθεί για ηπατίτιδα Β
  • Αύξηση των παράνομων ιδιωτικών «προγραμμάτων θεραπείας»
  • Σημαντικός περιορισμός των προγραμμάτων μείωσης της βλάβης
  • Έλλειψη επικαιροποίησης της ασκούμενης πολιτικής με βάση τις νέες προκλήσεις
  • Έλλειψη αξιολόγησης για την ανάδειξη των καλλίτερων πρακτικών
  • Έλλειψη προγραμμάτων για ειδικές ομάδες όπως οι άστεγοι, οι μετανάστες η άλλες μειονότητες
  • Έλλειψη εκτίμησης κόστους-οφέλειας των παρεμβάσεων και ιεράρχηση των προτεραιοτήτων
  • Ανεπαρκής εκπαίδευση των επαγγελματιών του χώρου, περιορισμένη κατανόηση των συνεπειών που προκαλεί η ενασχόληση με το αντικείμενο δηλαδή την επαγγελματική εξάντληση (burn-out) ή τις ψυχολογικές και κοινωνικές συνέπειες και την επίδραση που έχουν όλα αυτά στην έκβαση της θεραπείας